Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

“Το βασίλειο μου για… μια αγκαλιά!”

Πλησιάζουν λοιπόν τα γενέθλιά μου (την ιστορική μέρα της 29ης Μαΐου) και όσοι φίλοι μου δεν έχουν γίνει προέκταση των βιβλίων τους (αναγκαίο βλέπετε) αναρωτιούνται και με ρωτούν τι δώρο θα ήθελα φέτος που συμπληρώνω τα 18 μου χρόνια.
Πάντα αυτή η ερώτηση μου προκαλούσε αμηχανία. Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι τα αγαπημένα μου δώρα δεν ήταν αυτά που είχαν μεγάλη αγοραστική αξία – όχι πως τα περιφρονούσα, αλλά σκεφτόμουν: γιατί ένα άρωμα ή ένα κόσμημα και όχι μία φωτογραφία της παρέας μας που να γελά, ένα γράμμα με τις σκέψεις σου για μένα, μία ζωγραφιά με αφιέρωση «στην καλύτερή μου φίλη», μία αγκαλιά…
Μία αγκαλιά, ναι.
Ένα τόσο σημαντικό δώρο που λίγοι ξέρουν να το προσφέρουν ολόψυχα και ακόμη λιγότεροι να το εκτιμούν. Μία ένδειξη τρυφερότητας, στοργής, ασφάλειας, προστασίας. Η ύψιστη -για μένα- μορφή ανθρώπινης επαφής!
Έχουμε συνηθίσει όταν βλέπουμε ένα φιλικό πρόσωπο από παλιά να το αγκαλιάζουμε και να το φιλάμε σταυρωτά, χωρίς να καταλαβαίνουμε τι πράγματι σημαίνει αυτό.
Όταν όμως αισθάνεσαι ειλικρινά την ανάγκη να επικοινωνήσεις με κάποιον, χωρίς λόγια -έχετε ήδη πει πολλά- τι καλύτερο να επιλέξεις;

Ορισμένες φορές που έχω ανάγκη από μια αγκαλιά, μια αγκαλιά διαφορετική, που όμως δεν μπορώ να αποκτήσω, πηγαίνω στο μοναδικό μέρος που με κάνει να νιώθω οικεία, εκεί που ο χρόνος γυρίζει πίσω, «στις κούνιες» όπως συνήθιζα να λέω. (Δυστυχώς η παιδική χαρά που μεγάλωσα θεωρήθηκε περιττό στοιχείο. Έτσι καταστράφηκε και στη θέση της υψώθηκε μία τεράστια πολυκατοικία.) Μόλις λοιπόν καθίσω στην κούνια και αρχίσουν τα πόδια και οι σκέψεις μου να εγκαταλείπουν το έδαφος, νιώθω την υπέροχη, μοναδική αιθέρια αγκαλιά να με γεμίζει, να με πλημυρίζει. Ο αέρας με τυλίγει, διαπερνά το πρόσωπό μου, μου ανακατεύει τα μαλλιά και με αφήνει να χαθώ μαζί του. Μακριά.
Ο αέρας. Ο καλός μου φίλος που με γνώρισε στα πρώτα μου χρόνια. Με την καταστροφή του τόπου συναντήσεών μας νόμιζα ότι έχασα κι εκείνον, αλλά οι σκέψεις μου διαψεύστηκαν ένα καλοκαίρι, το καλοκαίρι του 2002, όταν γυρίζοντας από τον Ποταμό στο Καψάλι άφησα το χέρι μου να κυλίσει έξω από το παράθυρο του συνοδηγού. Τότε ένιωσα εκείνον τον αέρα να μου ξανασφίγγει το χέρι, σαν μια ιδιότυπη χειραψία δύο παλιών γνωστών, υπό τη μουσική υπόκρουση μιας «μισοφαγωμένης» κασέτας των Scorpions, κάτω από το φως του μεσημεριάτικου ήλιου… Από τότε δεν με άφησε ποτέ!

Είμαι τρελή; Δεν ξέρω. Δεν νομίζω τουλάχιστον! Ίσως να με χαρακτήριζα ιδιαίτερη
Αν είχα πάντως μια ευχή -για να επανέλθω- θα ευχόμουν φέτος στα γενέθλια μου να μου δοθεί η πιο αληθινή αγκαλιά (απερίγραπτη η χαρά μου αν αυτή έλθει από το λιγότερο εκδηλωτικό άτομο που γνώρισα!)…
Ευχαριστώ
Κ.

1 σχόλιο: