Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

...and nothing else matters

Εκείνη κάθισε απέναντί του. Τα σκαλοπάτια ήταν κρύα κι αμέσως ανατρίχιασε. Εκείνος το κατάλαβε.
Από τη μια ήθελε να της προτείνει να πάνε κάπου αλλού, από την άλλη δεν ήθελε να χαλάσει τη στιγμή… Είχε ακούσει ότι όταν δεν πεις ή δεν κάνεις αυτό που θες τη στιγμή που πρέπει, η στιγμή θα σε προσπεράσει! Και αυτή τη φορά είχε έρθει αποφασισμένος να της πει τα πάντα.
Την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Απόψε, ντυμένη στα μαύρα, μακιγιαρισμένη στην εντέλεια και πάνω στις ψηλές τις γόβες ήταν πολύ όμορφη. Φαινόταν γυναίκα.
Άπλωσε το χέρι του και έβαλε την «ατίθαση» τούφα των μαλλιών της πίσω από το αυτί. Του χαμογέλασε. Αυτό το χαμόγελο… Τόσο ζεστό, τόσο τρυφερό, σε παρακινούσε να της εξιστορήσεις όλη σου τη ζωή… Η δροσιά από τα μάγουλά της να της αφηγηθείς ένα σωρό παράξενες ιστορίες…
Είπε να ξεκινήσει. Πώς όμως; Πρωτότυπα, κομψά, προσεγμένα. «Ξέρεις ότι δεν μου είναι εύκολο να σου μιλάω, αλλά νιώθω πολύ εγωιστής να κρατώ αυτές τις σκέψεις και τα συναισθήματα μόνο για μένα. Κάποτε μου είπες ότι δεν σου αρέσει το χρώμα των ματιών σου γιατί είναι πολύ συνηθισμένο… Για μένα όμως δεν υπάρχουν άλλα καστανά μάτια που να με κοιτούν τόσο τρυφερά, θαρρείς και μ’ αγκαλιάζουν. Σημασία δεν έχει το χρώμα μα το βλέμμα! Κι αυτό το βλέμμα με ακολουθεί στα πιο τρελά όνειρά μου. Σε αυτά που πρωτοείδα με τα μάτια ορθάνοιχτα σαν σε ένιωσα δίπλα μου. Τότε ερωτεύτηκα τα μάτια σου.
Όταν γνωριστήκαμε μου χαμογέλασες. Φώτισε το πρόσωπό σου και φάνηκες ξάφνου εξωπραγματική! Την άλλη νύχτα, όταν σε είχα γυρίσει σπίτι με αποχαιρέτησες με ένα φιλί στο μάγουλο. Τότε ερωτεύτηκα τα χείλη σου.»
Τα χέρια του ίδρωσαν και για λίγο κόμπιασε. «Θυμάσαι στην εκδρομή; Είχα αποκοιμηθεί στο κάθισμα του πούλμαν και οι άλλοι με πείραζαν. Εσύ ήρθες, κάθισες δίπλα μου και με αγκάλιασες. Κι εγώ ξύπνησα προστατευμένος φωλιάζοντας μέσα στα χέρια σου. Τότε ερωτεύτηκα την αγκαλιά σου.
Το επόμενο βράδυ στην παραλία σε άκουσα να τραγουδάς τις μελωδίες της κιθάρας του Γρηγόρη. Με γαλήνεψες, με ταξίδεψες και αργότερα, στο δωμάτιό μου, με νανούρισες και με μετέφερες σε τόπους εξωτικούς. Τότε ερωτεύτηκα τη φωνή σου.»
Άφησε το σώμα του να κυλήσει δίπλα της. «Μα πριν σε γνωρίσω σε είχα δει στα όνειρά μου, είχα σχηματίσει τη μορφή σου με τη φαντασία μου και έπειτα ένιωσα ένα ρίγος μπροστά στη θωριά σου. Τότε ερωτεύτηκα ε σ έ ν α.
Εκείνη δεν είχε μιλήσει καθόλου. Είχε καρφώσει τα μάτια της πάνω του και τον άκουγε με προσοχή. «Κι αν είναι ψέμα;», σκέφτηκε. «Ας είναι… Είναι τόσο μοναδικό για να του αντισταθείς…»!
Κ.

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Παρασκευή 4/6

Κάθεται στο παγκάκι σκεφτική. Παρατηρεί τους περαστικούς που περπατούν βιαστικά, τα πουλιά που στριφογυρίζουν ανέμελα, τα φύλλα των δέντρων που θροΐζουν απαλά. Το καθετί έχει βρει το ρόλο του. Εκείνη τι πρέπει να κάνει;;
«Να προχωρήσεις, να κοιτάξεις μπροστά!», έρχονται στο μυαλό της τα λόγια της Νάντιας. «Ένας κύκλος έκλεισε, ήρθε το τέλος μια εποχής! Παράτα τα λοιπόν όλα πίσω. Θα μπουν άλλα πράγματα στη ζωή μας…» και το βλέμμα της χανόταν. Οραματιζόταν, λες, κάτι από όλα αυτά!
Κι όμως δεν μπορούσε να το κάνει. Όσες φορές κι αν προσπάθησε, κάτι συνέβη που τον επανέφερε στο μυαλό της: το άρωμά του μέσα στο πλήθος, τα τραγούδια που της είχε δώσει να ακούσει, ένα όνειρο με εκείνον πρωταγωνιστή. (Ήταν η δεύτερη φορά που ερχόταν στον ύπνο της, μετά από τρεις μήνες.) Αυτή τη φορά ήταν τόσο ωραίος… Στεκόταν μπροστά της αγέρωχος με ένα αμυδρό χαμόγελο που μόνο εκείνη μπορούσε να δει. Φορούσε ένα άσπρο πουκάμισο που του πήγαινε, σαν την τελευταία φορά που συναντηθήκαν. Τα υγρά του μάτια της έβγαζαν μια παράξενη ζεστασιά.
Στην αρχή τη χαιρέτησε σφίγγοντας της το χέρι, μετά την αγκάλιασε. Μόνο που δεν άκουσε τη φωνή του! Και της είχε λείψει τόσο…
«ΤΕΡΜΑ οι σκέψεις!» Έβγαλε από την τσάντα της ένα βιβλίο που είχε αφήσει στη μέση, δίπλωσε τα πόδια της πάνω στο παγκάκι και το άνοιξε στη σελίδα με το σελιδοδείκτη. «Αχ, πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσω να τους χρησιμοποιώ…», είπε χαμογελώντας καθώς η φωτογραφία του σελιδοδείκτη ήταν η πιο χαρακτηριστική εικόνα του τόπου της. (πέρυσι τον είχε πάρει, για να μην της λείπει το μέρος της!) Έμεινε να κοιτάζει το λιμάνι, το βράχο, το φάρο, τον πίσω γιαλό και το Κάστρο – τον όμορφο ιππότη της με τα «πύρινα μαλλιά μέσα στη νύχτα»! Έκλεισε τα μάτια της και γέμισε το μυαλό της εικόνες και μυρωδιές ρίγανης και σεμπρεβίβας, ευκάλυπτου, πεύκου και κυπαρισσιού.
Δεν ήξερε αν έπρεπε φέτος να πάει. Τώρα πια το νησί θα είχε για εκείνη μια άλλη αξία. Ήθελε χρόνο, χρόνο να γυρίσει κάθε μέρος, κάθε σοκάκι, να τα κοιτάξει προσεκτικά, να τα νιώσει βαθιά μέσα της. Χρόνο που δεν θα είχε…
Έκλεισε το βιβλίο και το έσφιξε στην αγκαλιά της. «Ίσως και να είναι καλύτερα έτσι.» Να μείνει εδώ και να μπορέσει πλέον να ξεκαθαρίσει τι πρέπει να σκέφτεται, να νιώθει, να ονειρεύεται…

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010