Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

a long time ago...

Έκλεισαν τραπέζι για εννέα άτομα στο εστιατόριο. Είπαν να βρεθούν εκεί γύρω στις οχτώ και μισή.
Είχε ήδη μαζευτεί μια μικρή παρέα όταν εκείνη εμφανίστηκε. Ντυμένη στα μαύρα, όπως συνήθισε εδώ και καιρό. Αφού τους χαιρέτισε εγκάρδια κάθισε στη θέση της. Φαινόταν ήρεμη, ευτυχισμένη, ορεξάτη να αστειευτεί.
Η βραδιά κυλούσε ομαλά και αρκετά ευχάριστα, ενώ όλοι είχαν προσέξει την πολιορκία του Φ. προς εκείνη και τη δική της ευγενική άμυνα. Διαγώνια, το βλέμμα του Γ. είχε σταθεί στο λανθάνον φλερτ που περίτεχνα εκείνη συγκρατούσε. Δεν ήθελε να παραδεχτεί πως τον ενδιέφερε, ωστόσο έδειχνε ελαφρά ενοχλημένος. Εκείνη με κόπο προσπαθούσε να μην τον κοιτάξει για να μην προδοθεί στους άλλους. Κι όλα πήγαιναν βάσει σχεδίου όταν η Ε. τη ρώτησε πώς είναι η ζωή της τελευταία.
Εκείνη με άνεση απάντησε για τη φοιτητική της ζωή ενώ σκόπιμα κράτησε τα προσωπικά της στο παρασκήνιο. Ήξερε ότι η περίεργη φίλη της δεν θα το άφηνε έτσι.
Πράγματι η Ε. δεν άργησε να επεκταθεί στο «ενδιαφέρον» κομμάτι της ζωή της. Χαμογελώντας αμήχανα εκείνη περιορίστηκε στο «…ουσιαστικά δεν υπάρχει κάτι αυτόν τον καιρό». Αναπάντεχα η κουβέντα αναζωπυρώθηκε με το αφελές σχόλιο της Σ.: «Έλα τώρα. Από μακριά φαίνεται η ερωτευμένη γυναίκα…»
Αμέσως άρχισαν τα πειράγματα, ο Φ. βρήκε ακόμη μια ευκαιρία να σφίξει τον κλοιό και ξεκίνησε το παιχνίδι των ερωτήσεων:
- Μήπως είναι συμφοιτητής;
- Μήπως είναι κανένας από επόμενα έτη που …σε ανέλαβε υπό την προστασία του;
- Ρε συ, μήπως είναι αυτός εδώ (δείχνοντας τον Α, τον αδελφικό της φίλο) που δεν μιλάει καθόλου τόση ώρα; Είστε και γείτονες, αν δεν κάνω λάθος…
Αισθάνθηκε άσχημα. Το βλέμμα όλων ξαφνικά τη φυλάκισε και κατάλαβε πως δεν θα ξανακέρδιζε την ελευθερία της αν δεν τους έδινε κάτι (σαν αντάλλαγμα).
Έκλεισε τα μάτια -μετριάζοντας το κόστος- πήρε μια βαθιά ανάσα και άφησε τα χαρτιά της σιγά σιγά να ανοιχθούν.
«…υπάρχει ένας άνδρας, ο άνδρας που ονειρεύομαι κάθε βράδυ και που δεν έχει δώσει κανένα σημάδι πως ενδιαφέρεται. Μα το υποσυνείδητό μου δεν παραιτείται…
Σαν γέφυρα τον φέρνει κοντά μου, κάθε φορά που κλείνω τα μάτια, σε όνειρα τόσο ρεαλιστικά και συγχρόνως τόσο εξωπραγματικά που πονάω…»
Δεν μπορεί να σταματήσει.
«…Τότε μόνο μου λέει ό.τι επιθυμώ τόσο να ακούσω, με κοιτάζει βαθιά στα μάτια κι εγώ νιώθω να βυθίζομαι, μα σαν η ανάσα του φτάσει στο πρόσωπό μου αισθάνομαι το όνειρό μου να αργοπεθαίνει! Κι όταν τα χείλη του αγγίξουν τα δικά μου το όνειρο εκπνέει πάνω στα μισάνοιχτά μου βλέφαρα. Και τότε είναι που σκέφτομαι: Γιατί μου αξίζουν τέτοια όνειρα; Όνειρα που χάνονται με το πρώτο φως της αυγής…»
Όλοι την κοίταζαν σαστισμένοι, μα εκείνος από απόσταση, λες και η ανθεκτική ‘κάψουλα’ που με κόπο είχε χτίσει για να τον (συν)κρατήσει μακριά της θα θριματιζόταν αν πλησίαζε έστω και λίγα χιλιοστά. Εκείνη, ξυπνώντας από την ιδιόμορφη νιρβάνα της τον κοίταξε γεμάτη προσμονή. Μα το θέαμα έκανε χιλιάδες σταγόνες να θολώσουν την όρασή της…

Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου