Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Μεσογείων, ώρα 17:19 ακριβώς

Το Μετρό σταματά στην Εθνική Άμυνα και παραμένει με τις πόρτες ανοιχτές για μισό λεπτό. Όσο ακριβώς θες για να αναρωτηθείς «να μείνω ή να φύγω;». Η απάντηση απλή. Καθώς ακούω τον χαρακτηριστικό ήχο της αναχώρησης με ένα άλμα είμαι έξω από το συρμό.
Βγαίνω στη Μεσογείων. Ο δροσερός αέρας μετά από 9 ώρες σε ένα αμφιθέατρο με ελάχιστο οξυγόνο είναι κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενος. Εισπνέω με βουλιμία μεγάλες ποσότητες αέρα και αρχίζω να περπατάω με βήμα ταχύ.

Απότομα σταματώ και κοιτάζω το ρολόι μου: ώρα 17:19. Ασυναίσθητα στρέφω το βλέμμα μου στον ουρανό. Ο ήλιος κουράστηκε και αποφάσισε να φύγει. Ο ουρανός κουνά ένα «κόκκινο μαντίλι» προς το μέρος του. Κλείνω τα μάτια και το διαπεραστικό φως ακόμη ακτινοβολεί μέσα μου.

Συνεχίζω να περπατώ. Αργά αυτή τη φορά. Και να φτάσω σπίτι νωρίς τι έγινε; Παρατηρώ τα αυτοκίνητα, τους περαστικούς, τα μαγαζιά. Άνθρωποι βιαστικοί, άνθρωποι κουρασμένοι, άνθρωποι μόνοι.
Κοιτάζω ψηλά. Ένα αφράτο πορτοκαλί σύννεφο απλώνεται στον απέραντο ουρανό. «Αν ήμουν στη θάλασσα», σκέφτομαι, «θα ξάπλωνα στην άμμο και θα έμενα να κοιτάζω αυτή την απεραντοσύνη…».

Μπροστά στη στάση του λεωφορείου άνθρωποι πολλοί μαζεμένοι κοιτούν τον δρόμο περιμένοντας. Όπως περνώ από δίπλα μου έρχεται να φωνάξω: «Κοίτα ψηλά. Αυτό δεν θα το ξαναδείς. Και δεν πρόκειται να κρατήσει για πάντα…».
Φτάνω στο φανάρι των πεζών. Έχει ανάψει πράσινο μα αυτοκίνητα στρίβουν ακόμα κι έτσι περιμένω. «Μετά το κόκκινο αυτοκίνητο περνάω.» Βαδίζω γρήγορα απέναντι και συνειδητοποιώ ότι δεν υπήρχε λόγος να το κάνω. Μπορούσα απλά να πάρω άλλο δρόμο.

Ο ήλιος εξαφανίστηκε κι ο ουρανός δεν μπόρεσε να κρύψει τη θλίψη του, γυρίζοντας στο γκρίζο. Πάνω στην ώρα που αρχίζω να αναπολώ το πορτοκαλί σύννεφο, περνώντας τη μεγάλη πολυκατοικία, εμφανίζεται ασημένιο το φεγγάρι. Χωρίς να το σκεφτώ χαμογελάω αμυδρά και στέκομαι.

«Το φεγγάρι μην το κοιτάς πολύ γιατί ματιάζεται!», μου έχει πει η γιαγιά μου. Νομίζω ότι κατάλαβα γιατί. Όσο περισσότερο το παρατηρείς, το ζηλεύεις! Συνεχώς ταξιδεύει, δεν εγκλωβίζεται. Όταν λείπει όλοι καταλαβαίνουν την απουσία του. Είναι μάρτυρας κάθε ιδιαίτερης στιγμής και κάθε στιγμή με την παρουσία του γίνεται μαγική. Η ερωτευμένη κοπέλα το κοιτάζει και στη λάμψη του βλέπει τα μάτια του αγαπημένου της, ο μικρός γάτος κουλουριάζεται στα πόδια της κυράς του, το κοιτά εκστασιασμένος και γουργουρίζει από ευχαρίστηση κι εγώ του στέλνω όλες τις προσευχές μου για σένα!
Τα μικρά φώτα από το παρκάκι δίπλα στο σπίτι μου αρχίζουν να ξεχωρίζουν. Φτάσαμε. Ένα ταξίδι ακόμα τελείωσε, αφήνοντάς μας λίγα λεπτά μεγαλύτερους, λίγο ωριμότερους, πιο ευφάνταστους…

Take care,
K.